Από τις σκοτεινές μορφές της παλιάς λογοτεχνίας μέχρι το σύγχρονο fantasy, τα ορκ έχουν αλλάξει πολύ. Σήμερα μπορούν να αφήσουν το σπαθί τους στην άκρη, να ανοίξουν ένα καφέ και να μας κάνουν να τα δούμε όλα εντελώς διαφορετικά.

Μεγάλα, δυνατά, πολεμοχαρή και συνήθως, όχι ιδιαίτερα, φιλικά. Για δεκαετίες αυτή ήταν περίπου η εικόνα που ερχόταν πρώτα στο μυαλό, όταν ακούγαμε τη λέξη «ορκ».

Μόνο που η ιστορία τους είναι πιο ενδιαφέρουσα απ’ αυτό το στερεότυπο. Γιατί τα ορκ δεν παρέμειναν απλώς οι «κακοί» ενός κόσμου φαντασίας. Με τα χρόνια πέρασαν από τη λογοτεχνία στα παιχνίδια και την pop κουλτούρα, άλλαξαν μορφή και, τελικά, άρχισαν να γίνονται ακόμα και πρωταγωνιστές των δικών τους ιστοριών.

Από πού προέρχεται η λέξη «ορκ»;

Η λέξη δεν γεννήθηκε μαζί με το σύγχρονο fantasy. Συναντάται σε παλαιότερες μορφές της αγγλικής γλώσσας και συνδέεται με σκοτεινά ή δαιμονικά πλάσματα. Μια συγγενική μορφή, το «οrcnēas», εμφανίζεται στο παλαιοαγγλικό έπος, Beowulf.

Εκείνος, όμως, που καθόρισε ουσιαστικά τη σύγχρονη εικόνα των ορκ ήταν ο J.R.R. Tolkien. Ο ίδιος είχε εξηγήσει ότι πήρε τη λέξη από τα Παλαιά Αγγλικά, επειδή του ταίριαζε ηχητικά για τα πλάσματα που είχε δημιουργήσει.

Στον κόσμο της Μέσης Γης, τα ορκ συνδέθηκαν με τη βία, τον πόλεμο και τις σκοτεινές δυνάμεις. Η εικόνα αυτή έγινε τόσο ισχυρή, ώστε επηρέασε μεγάλο μέρος της fantasy λογοτεχνίας που ακολούθησε.

Από «τέρας» σε σύμβολο του fantasy

Μετά τον Tolkien, τα oρκ άρχισαν να εμφανίζονται παντού.

Τα παιχνίδια ρόλων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Dungeons & Dragons, υιοθέτησαν και εξέλιξαν το αρχέτυπο. Για μεγάλο διάστημα τα oρκ λειτουργούσαν κυρίως ως οι δυνατοί, βίαιοι αντίπαλοι που έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι ήρωες – μια εικόνα του παραδοσιακού ρόλου του «bad guy».

Αποκεί πέρασαν σε videogames, κινηματογραφικές μεταφορές και αμέτρητους νέους fantasy κόσμους. Κάθε δημιουργός πρόσθεσε κάτι διαφορετικό: άλλοτε μεγαλύτερη αγριότητα, άλλοτε δικές τους παραδόσεις, χιούμορ, τιμή, οικογενειακούς δεσμούς ή ολόκληρες κοινωνίες.

Και κάπου εκεί συνέβη κάτι ενδιαφέρον: τα ορκ απέκτησαν προσωπικότητα.

Δεν ήταν πλέον απαραίτητο να βρίσκονται στην απέναντι πλευρά της μάχης. Μπορούσαν να έχουν κίνητρα, επιθυμίες και αδυναμίες. Να είναι ήρωες, αντιήρωες ή απλώς χαρακτήρες που προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο.

Γιατί εξακολουθούν να μας γοητεύουν;

Ίσως επειδή τα ορκ είναι από εκείνα τα φανταστικά πλάσματα που αναγνωρίζουμε αμέσως, χωρίς όμως να υπάρχει μία και μοναδική εκδοχή τους.

Ένας δημιουργός μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ως απειλή. Ένας άλλος ως ολόκληρο λαό με δική του κουλτούρα. Και ένας τρίτος μπορεί να πάρει όλα όσα θεωρούσαμε δεδομένα γι’ αυτά και να τα ανατρέψει.

Αυτή ακριβώς η ανατροπή είναι που τα κρατά τον μύθο τους ζωντανό.

Γιατί όσο πιο σταθερό γίνεται ένα στερεότυπο, τόσο μεγαλύτερη απόλαυση έχει να βλέπουμε μια ιστορία να παίζει μαζί του.

Και κάπως έτσι φτάνουμε σε ένα ορκ που, αντί να αναζητά την επόμενη μάχη, αναζητά… τον τρόπο να φτιάξει έναν καλό καφέ.

Τι συμβαίνει όταν ένα ορκ κρεμάσει το σπαθί του;

Στο Μύθοι & Λάτε του Travis Baldree, η Βιβ έχει περάσει τη ζωή της μέσα σε μάχες και αιματοχυσία. Κάποια στιγμή όμως αποφασίζει ότι θέλει κάτι εντελώς διαφορετικό: κρεμά το σπαθί της και ανοίγει το πρώτο καφέ στην πόλη Θουν – ένα μέρος όπου, μάλιστα, κανείς δεν ξέρει ακόμη τι είναι ο καφές.

Η αφετηρία αποτελεί καθαρόαιμη φαντασία. Με ηρωίδα ένα ορκ, παλιούς εχθροί που επανέρχονται και έναν κόσμο γεμάτο φανταστικά πλάσματα. Μόνο που στο επίκεντρο δεν βρίσκεται μια επική αποστολή για τη σωτηρία του κόσμου.

Βρίσκεται μια νέα αρχή.

Το Μύθοι & Λάτε ανήκει στη σύγχρονη τάση του cozy fantasy: ιστορίες που κρατούν το μαγικό περιβάλλον και τους φανταστικούς χαρακτήρες, αλλά δίνουν χώρο στις σχέσεις, στην καθημερινότητα και στις μικρές απολαύσεις. Μπορεί να περιγράφει ως μια τρυφερή ιστορία φαντασίας, γεμάτη μικρά ρίσκα, με επίκεντρο τη νέα ζωή της Βιβ και τους ανθρώπους –αλλά και τα πλάσματα– που συναντά στον δρόμο της.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η πιο ωραία απόδειξη του γιατί τα ορκ εξακολουθούν να μας συναρπάζουν: γιατί έπειτα από τόσες δεκαετίες ιστοριών, μπορούν ακόμη να μας εκπλήσσουν.

Ακόμα κι αν αυτή τη φορά, αντί για το πεδίο της μάχης, μας περιμένουν πίσω από τον πάγκο ενός καφέ.